Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pintar
[past form: pinté][present form: pinto]
01
ζωγραφίζω
dibujar o colorear con pintura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pinto
γ΄ ενικό πρόσωπο
pinta
ενεστώτα μετοχή
pintando
απλός αόριστος
pinté
παθητική μετοχή
pintado
Παραδείγματα
Ella pintó un cuadro con óleo.
Εκείνη ζωγράφισε έναν πίνακα με ελαιοχρώματα.
1.1
βάφω
cubrir una superficie con pintura para decorar o proteger
Intransitive
Παραδείγματα
Los niños pintan en la mesa de arte.
Τα παιδιά ζωγραφίζουν στο τραπέζι της τέχνης.
02
ζωγραφίζω
hacer imágenes o figuras sobre una superficie con lápiz, bolígrafo u otro instrumento
Παραδείγματα
¿ Te gusta pintar caricaturas?
Σου αρέσει να ζωγραφίζεις καρικατούρες;
03
μακιγιάρομαι, βάζω μακιγιάζ
aplicarse maquillaje
Παραδείγματα
Me gusta pintarme un poco por la mañana.
Μου αρέσει να μακιγιάρομαι λίγο το πρωί.



























