lavar
la
la
la
var
ˈβaɾ
bar
lanarlaxar

Ορισμός και σημασία του "lavar"στα ισπανικά

01

πλένω

quitar la suciedad con agua u otro líquido 
lavar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
lavo
γ΄ ενικό πρόσωπο
lava
ενεστώτα μετοχή
lavando
απλός αόριστος
lavé
παθητική μετοχή
lavado
Παραδείγματα
Lavo los platos después de cenar. 

Πλένω τα πιάτα μετά το δείπνο.

02

πλένομαι

limpiarse el cuerpo o una parte del cuerpo con agua y jabón 
lavar definition and meaning
Παραδείγματα
Me lavo las manos antes de comer. 

Πλένω τα χέρια μου πριν φάω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store