Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cambiar
01
αλλάζω
hacer que algo sea diferente, sustituyéndolo por otra cosa o modificándolo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cambio
γ΄ ενικό πρόσωπο
cambia
ενεστώτα μετοχή
cambiando
απλός αόριστος
cambié
παθητική μετοχή
cambiado
Παραδείγματα
Quiero cambiar de trabajo.
Θέλω να αλλάξω δουλειά.
02
αλλάζω, αλλάζω ρούχα
quitarse la ropa que uno lleva puesta y ponerse otra
Παραδείγματα
Me voy a cambiar antes de salir.
Πρόκειται να αλλάξω ρούχα πριν βγω.
03
ανταλλάσσω, αλλάζω
devolver un objeto comprado y recibir otro a cambio
Παραδείγματα
Quiero cambiar esta camiseta por otra talla.
Θέλω να αλλάξω αυτό το μπλουζάκι με άλλο μέγεθος.
04
αντικαθιστώ
sustituir una cosa por otra diferente
Παραδείγματα
Cambié la bombilla porque estaba rota.
Άλλαξα τη λάμπα γιατί ήταν σπασμένη.
05
αλλάζω
pasar de un estado o condición a otro distinto
Παραδείγματα
Todo cambió después del viaje.
Όλα άλλαξαν μετά το ταξίδι.
06
αλλάζω, αλλάζω πάνα
quitar un pañal sucio y poner uno limpio
Παραδείγματα
Tengo que cambiar al bebé porque llora.
Πρέπει να αλλάξω το μωρό γιατί κλαίει.



























