el viaje
via
ˈbja
bya
je
xe
khe
peajetrajemasajeencaje

Ορισμός και σημασία του "viaje"στα ισπανικά

01

ταξίδι, μετακίνηση

desplazamiento de un lugar a otro, generalmente por diversión o trabajo 
el viaje definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
viajes
Παραδείγματα
Hicimos un viaje a la playa. 

Κάναμε ένα ταξίδι στην παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store