Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viajar
[past form: viajé][present form: viajo]
01
ταξιδεύω, μετακινούμαι
ir de un lugar a otro, especialmente a lugares lejanos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
viajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
viaja
ενεστώτα μετοχή
viajando
απλός αόριστος
viajé
παθητική μετοχή
viajado
Παραδείγματα
No puedo viajar sin pasaporte.
Δεν μπορώ να ταξιδέψω χωρίς διαβατήριο.



























