viajar
Pronunciation
/bjaxˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "viajar"στα ισπανικά

viajar
[past form: viajé][present form: viajo]
01

ταξιδεύω, μετακινούμαι

ir de un lugar a otro, especialmente a lugares lejanos
viajar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
viajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
viaja
ενεστώτα μετοχή
viajando
απλός αόριστος
viajé
παθητική μετοχή
viajado
Παραδείγματα
No puedo viajar sin pasaporte.
Δεν μπορώ να ταξιδέψω χωρίς διαβατήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store