viajar
via
bja
bya
jar
ˈxaɾ
khar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "viajar"στα ισπανικά

viajar
01

ταξιδεύω, μετακινούμαι

ir de un lugar a otro, especialmente a lugares lejanos 
viajar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
viajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
viaja
ενεστώτα μετοχή
viajando
απλός αόριστος
viajé
παθητική μετοχή
viajado
Παραδείγματα
Me gusta viajar por el mundo. 

Μου αρέσει να ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store