Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
viajar
01
ταξιδεύω, μετακινούμαι
ir de un lugar a otro, especialmente a lugares lejanos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
viajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
viaja
ενεστώτα μετοχή
viajando
απλός αόριστος
viajé
παθητική μετοχή
viajado
Παραδείγματα
Me gusta viajar por el mundo.
Μου αρέσει να ταξιδεύω σε όλο τον κόσμο.



























