costar
Pronunciation
/kɔstˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "costar"στα ισπανικά

costar
[past form: costé][present form: cuesto]
01

κοστίζω, αξίζω

tener un precio o requerir esfuerzo, tiempo o recursos para obtener algo
costar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuesta
ενεστώτα μετοχή
costando
απλός αόριστος
costé
παθητική μετοχή
costado
Παραδείγματα
El libro cuesta menos de 10 euros.
Το βιβλίο κοστίζει λιγότερο από 10 ευρώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store