Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
costar
[past form: costé][present form: cuesto]
01
κοστίζω, αξίζω
tener un precio o requerir esfuerzo, tiempo o recursos para obtener algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuesta
ενεστώτα μετοχή
costando
απλός αόριστος
costé
παθητική μετοχή
costado
Παραδείγματα
El libro cuesta menos de 10 euros.
Το βιβλίο κοστίζει λιγότερο από 10 ευρώ.
Λεξικό Δέντρο
costar
star



























