Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contaminante
01
ρυπαντικός, επιβλαβής για το περιβάλλον
que causa contaminación o daño al medio ambiente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más contaminante
συγκριτικός βαθμός
más contaminante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contaminante
αρσενικό πληθυντικό
contaminantes
θηλυκό ενικό
contaminante
θηλυκό πληθυντικό
contaminantes
Παραδείγματα
El agua contiene sustancias contaminantes peligrosas.
Το νερό περιέχει επικίνδυνες μορφές μόλυνσης ουσίες.



























