el zapato
za
θa
tha
pa
ˈpa
pa
to
to
to
olfatononatomulatogelato

Ορισμός και σημασία του "zapato"στα ισπανικά

01

παπούτσι

objeto que se usa para cubrir y proteger el pie al caminar 
el zapato definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
zapatos
Παραδείγματα
El zapato es nuevo. 

Το παπούτσι είναι καινούργιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store