Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jubilado
01
συνταξιούχος, συνταξιοδοτημένος
que ha dejado de trabajar por edad o años de servicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más jubilado
συγκριτικός βαθμός
más jubilado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jubilado
αρσενικό πληθυντικό
jubilados
θηλυκό ενικό
jubilada
θηλυκό πληθυντικό
jubiladas
Παραδείγματα
Mi abuelo está jubilado desde hace diez años.
Ο παππούς μου είναι συνταξιούχος εδώ και δέκα χρόνια.



























