Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
turístico
01
τουριστικός
relacionado con el turismo o los turistas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
turístico
αρσενικό πληθυντικό
turísticos
θηλυκό ενικό
turística
θηλυκό πληθυντικό
turísticas
Παραδείγματα
El destino turístico recibió a miles de visitantes este año.
Ο τουριστικός προορισμός δέχτηκε χιλιάδες επισκέπτες φέτος.



























