Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peligroso
01
επικίνδυνος, ριψοκίνδυνος
que puede causar daño o representar un riesgo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más peligroso
συγκριτικός βαθμός
más peligroso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
peligroso
αρσενικό πληθυντικό
peligrosos
θηλυκό ενικό
peligrosa
θηλυκό πληθυντικό
peligrosas
Παραδείγματα
Hay animales peligrosos en la selva.
Υπάρχουν επικίνδυνα ζώα στη ζούγκλα.



























