Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pelota
[gender: feminine]
01
μπάλα
objeto redondo que se usa para jugar y hacer deportes
Παραδείγματα
La pelota rebotó varias veces en el suelo.
Η μπάλα αναπήδησε αρκετές φορές στο πάτωμα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μπάλα