Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La habitación
01
δωμάτιο
espacio cerrado dentro de una casa o edificio donde se puede vivir o dormir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
habitaciones
Παραδείγματα
La habitación es muy grande y luminosa.
Το δωμάτιο είναι πολύ μεγάλο και φωτεινό.



























