la butaca
bu
bu
boo
ta
ˈta
ta
ca
ka
ka
resacahamacamaracaurraca

Ορισμός και σημασία του "butaca"στα ισπανικά

01

πολυθρόνα

asiento individual con respaldo y brazos, generalmente acolchado 
la butaca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
butacas
Παραδείγματα
Me senté en una butaca muy cómoda. 

Κάθησα σε μια πολύ άνετη πολυθρόνα.

02

θεατρική καρέκλα, καρέκλα κινηματογράφου

asiento individual en un teatro o cine 
Παραδείγματα
La butaca estaba en la primera fila. 

Η πολυθρόνα ήταν στην πρώτη σειρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store