Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cenar
01
δειπνώ
hacer la última comida del día
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ceno
γ΄ ενικό πρόσωπο
cena
ενεστώτα μετοχή
cenando
απλός αόριστος
cené
παθητική μετοχή
cenado
Παραδείγματα
Hoy vamos a cenar temprano.
Σήμερα θα πάμε να δειπνήσουμε νωρίς.
02
δειπνώ
comer algo como última comida del día
Παραδείγματα
Voy a cenar un filete buenísimo.
Πάω να δειπνήσω ένα νόστιμο μπριζόλα.



























