Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tranquilidad
[gender: feminine]
01
ηρεμία
un estado de calma, paz y ausencia de perturbaciones o ansiedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La música suave contribuye a la tranquilidad del ambiente.
Η απαλή μουσική συμβάλλει στην ηρεμία της ατμόσφαιρας.



























