Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hablar
01
μιλώ
producir palabras mediante la voz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hablo
γ΄ ενικό πρόσωπο
habla
ενεστώτα μετοχή
hablando
απλός αόριστος
hablé
παθητική μετοχή
hablado
Παραδείγματα
¿Puedes hablar más despacio, por favor?
Μπορείτε να μιλήσετε πιο αργά, παρακαλώ;
02
μιλώ, συζητώ
comunicarse con otra persona mediante palabras
Παραδείγματα
Estábamos hablando de nuestros planes.
Μιλούσαμε για τα σχέδιά μας.
03
μιλώ, απευθύνομαι
dirigirse a un público o grupo de personas con un discurso
Παραδείγματα
El presidente habló ante la nación.
Ο πρόεδρος μίλησε μπροστά στο έθνος.
04
μιλώ
tener la capacidad de comunicarse en un idioma
Παραδείγματα
Hablo español e inglés.
Μιλάω ισπανικά και αγγλικά.



























