Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ordenar
01
τακτοποιώ, οργανώνω
poner algo en orden o en una disposición adecuada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ordeno
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordena
ενεστώτα μετοχή
ordenando
απλός αόριστος
ordené
παθητική μετοχή
ordenado
Παραδείγματα
Es necesario ordenar la habitación antes de la visita.
Είναι απαραίτητο να τακτοποιήσετε το δωμάτιο πριν από την επίσκεψη.



























