ordenar
Pronunciation
/ˌɔɾðenˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "ordenar"στα ισπανικά

ordenar
[past form: ordené][present form: ordeno]
01

τακτοποιώ, οργανώνω

poner algo en orden o en una disposición adecuada
ordenar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ordeno
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordena
ενεστώτα μετοχή
ordenando
απλός αόριστος
ordené
παθητική μετοχή
ordenado
Παραδείγματα
Me gusta ordenar la cocina después de cocinar.
Μου αρέσει να τακτοποιώ την κουζίνα μετά το μαγείρεμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store