ordenar
or
or
de
ðe
dhe
nar
ˈnaɾ
nar
ordeñar

Ορισμός και σημασία του "ordenar"στα ισπανικά

ordenar
01

τακτοποιώ, οργανώνω

poner algo en orden o en una disposición adecuada 
ordenar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ordeno
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordena
ενεστώτα μετοχή
ordenando
απλός αόριστος
ordené
παθητική μετοχή
ordenado
Παραδείγματα
Es necesario ordenar la habitación antes de la visita. 

Είναι απαραίτητο να τακτοποιήσετε το δωμάτιο πριν από την επίσκεψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store