Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ordenar
[past form: ordené][present form: ordeno]
01
τακτοποιώ, οργανώνω
poner algo en orden o en una disposición adecuada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ordeno
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordena
ενεστώτα μετοχή
ordenando
απλός αόριστος
ordené
παθητική μετοχή
ordenado
Παραδείγματα
Me gusta ordenar la cocina después de cocinar.
Μου αρέσει να τακτοποιώ την κουζίνα μετά το μαγείρεμα.



























