Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contento
01
ευτυχισμένος, ικανοποιημένος
que siente felicidad o satisfacción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más contento
συγκριτικός βαθμός
más contento
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contento
αρσενικό πληθυντικό
contentos
θηλυκό ενικό
contenta
θηλυκό πληθυντικό
contentas
Παραδείγματα
Los niños están contentos con sus juguetes nuevos.
Τα παιδιά είναι ευχαριστημένα με τα καινούρια παιχνίδια τους.
02
ικανοποιημένος, ευχαριστημένος
que está conforme o satisfecho con algo
Παραδείγματα
Estoy contento con el resultado final.
Είμαι ευχαριστημένος με το τελικό αποτέλεσμα.
El contento
01
χαρά, ευτυχία
estado de ánimo de alegría o satisfacción profunda
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Se notaba el contento en su rostro.
Μπορούσες να δεις την ευχαρίστηση στο πρόσωπό του.



























