la ciudad
Pronunciation
/θjuðˈad/

Ορισμός και σημασία του "ciudad"στα ισπανικά

La ciudad
[gender: feminine]
01

πόλη

conjunto grande y organizado de edificios y calles donde vive mucha gente
la ciudad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ciudades
Παραδείγματα
Esa ciudad tiene mucha historia.
Αυτή η πόλη έχει πολλή ιστορία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store