Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El Monopoly
01
Μονόπολη
un juego de mesa en el que los jugadores compran, venden y negocian propiedades para intentar dejar en bancarrota a sus oponentes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El banquero en el Monopoly reparte el dinero.
Ο τραπεζίτης στο Monopoly μοιράζει τα χρήματα.



























