la lata
la
ˈla
la
ta
ta
ta
batamataratapata

Ορισμός και σημασία του "lata"στα ισπανικά

01

κονσέρβα, κουτί

envase de metal usado para conservar alimentos o bebidas 
la lata definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
latas
Παραδείγματα
Compré una lata de tomate para la sopa. 

Αγόρασα ένα κουτί ντομάτας για τη σούπα.

02

βαρεμάρα, βάρος

una cosa o situación aburrida, molesta o pesada 
Παραδείγματα
Hacer la cola en el banco es una lata. 

Η ουρά στην τράπεζα είναι βαρετή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store