Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cajero automático
01
αυτόματη ταμειακή μηχανή, ATM
máquina que da dinero con una tarjeta bancaria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cajeros automáticos
Παραδείγματα
El cajero automático no funciona.
Ο αυτόματος ταμίας δεν λειτουργεί.



























