el cajero
ca
ka
ka
je
ˈxe
khe
ro
ɾo
ro
carerocaserocapero

Ορισμός και σημασία του "cajero"στα ισπανικά

01

ταμίας, ταμίας τράπεζας

persona que cobra el dinero en tiendas o bancos 
el cajero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cajeros
Παραδείγματα
El cajero me dio el cambio correcto. 

Ο ταμίας μου έδωσε τα σωστά ρέστα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store