Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cajero
01
ταμίας, ταμίας τράπεζας
persona que cobra el dinero en tiendas o bancos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cajeros
αρσενικό ενικό
cajero
θηλυκό ενικό
cajera
neutral form
empleado de caja
Παραδείγματα
El cajero me dio el cambio correcto.
Ο ταμίας μου έδωσε τα σωστά ρέστα.
LanGeek



























