sentar
sen
sen
sen
tar
ˈtaɾ
tar
sentir

Ορισμός και σημασία του "sentar"στα ισπανικά

sentar
01

κάθομαι, καθίζω

ponerse en una silla, banco u otro lugar para descansar sentado 
sentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
siento
γ΄ ενικό πρόσωπο
sienta
ενεστώτα μετοχή
sentando
απλός αόριστος
me senté
παθητική μετοχή
sentado
Παραδείγματα
Me siento en la silla. 

Εγώ κάθομαι στην καρέκλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store