sentar
Pronunciation
/sɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "sentar"στα ισπανικά

sentar
01

κάθομαι, καθίζω

ponerse en una silla, banco u otro lugar para descansar sentado
sentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
siento
γ΄ ενικό πρόσωπο
sienta
ενεστώτα μετοχή
sentando
απλός αόριστος
me senté
παθητική μετοχή
sentado
Παραδείγματα
¿ Dónde te sentaste en la reunión?
Πού κάθισες στη συνάντηση ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store