la monja
mon
ˈmon
mon
ja
xa
kha
montamonda

Ορισμός και σημασία του "monja"στα ισπανικά

01

μοναχή, καλόγρια

mujer que vive en comunidad religiosa siguiendo reglas de oración y servicio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
monjas
Παραδείγματα
La monja vive en un convento. 

Η μοναχή ζει σε ένα μοναστήρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store