el estrés
es
es
es
trés
ˈtɾes
tres
ingléscortésmoisésrevés

Ορισμός και σημασία του "estrés"στα ισπανικά

01

άγχος, ένταση

estado de tensión física o emocional provocado por situaciones difíciles 
el estrés definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estreses
Παραδείγματα
El trabajo me causa mucho estrés. 

Η δουλειά μου προκαλεί πολύ άγχος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store