el empleado
emp
emp
emp
lea
ˈlea
lea
do
ðo
dho
empañadoempacadoempeñadoempanado

Ορισμός και σημασία του "empleado"στα ισπανικά

01

υπάλληλος

persona que trabaja en una empresa 
el empleado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empleados
αρσενικό ενικό
empleado
θηλυκό ενικό
empleada
neutral form
trabajador
Παραδείγματα
Juan es un buen empleado. 

Ο Χουάν είναι ένας καλός υπάλληλος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store