Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cardiología
01
καρδιολογία
rama de la medicina que estudia y trata las enfermedades del corazón
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ella estudia cardiología en la universidad.
Μελετά καρδιολογία στο πανεπιστήμιο.



























