Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La emergencia
01
επείγουσα ανάγκη, κρίση
situación grave e inesperada que requiere acción inmediata
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
emergencias
Παραδείγματα
El accidente generó una emergencia en la carretera.
Το ατύχημα προκάλεσε έκτακτη ανάγκη στο δρόμο.



























