Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La diabetes
[gender: feminine]
01
διαβήτης
enfermedad crónica en la que el cuerpo no produce suficiente insulina o no la utiliza correctamente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El ejercicio ayuda a controlar la diabetes.
Η άσκηση βοηθά στον έλεγχο του διαβήτη.



























