la diabetes
dia
dja
dya
be
ˈβe
be
tes
tes
tes

Ορισμός και σημασία του "diabetes"στα ισπανικά

01

διαβήτης

enfermedad crónica en la que el cuerpo no produce suficiente insulina o no la utiliza correctamente 
la diabetes definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El médico le explicó cómo manejar la diabetes. 

Ο γιατρός του εξήγησε πώς να διαχειριστεί τη διαβήτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store