Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El paciente
01
ασθενής, ασθενούν
persona que recibe atención médica o tratamiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pacientes
Παραδείγματα
El doctor explicó el diagnóstico al paciente.
Ο γιατρός εξήγησε τη διάγνωση στον ασθενή.
paciente
01
υπομονετικός, ανεκτικός
que sabe esperar sin perder la calma o la tranquilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más paciente
συγκριτικός βαθμός
más paciente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
paciente
αρσενικό πληθυντικό
pacientes
θηλυκό ενικό
paciente
θηλυκό πληθυντικό
pacientes
Παραδείγματα
Ella habló con voz paciente y calmada.
Μίλησε με υπομονετική και ήρεμη φωνή.



























