el columpio
co
ko
ko
lump
ˈlump
loomp
io
jo
yo

Ορισμός και σημασία του "columpio"στα ισπανικά

01

κούνια, κούνιο

asiento suspendido que se mueve hacia adelante y atrás 
el columpio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
columpios
Παραδείγματα
El niño juega en el columpio del parque. 

Το παιδί παίζει στην κούνια του πάρκου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store