Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El columpio
01
κούνια, κούνιο
asiento suspendido que se mueve hacia adelante y atrás
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
columpios
Παραδείγματα
El niño juega en el columpio del parque.
Το παιδί παίζει στην κούνια του πάρκου.



























