el acero
a
a
a
ce
ˈθe
the
ro
ɾo
ro
aceboaleroacerboacedo

Ορισμός και σημασία του "acero"στα ισπανικά

01

ατσάλι, μεταλλικό ατσάλι

un metal duro y resistente, aleación de hierro y carbono 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La estructura del rascacielos es de acero. 

Η δομή του ουρανοξύστη είναι από ατσάλι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store