el callejón
ca
ka
ka
llejón
ˈʎexon
liekhon
agresióndevociónpolvorónpetición

Ορισμός και σημασία του "callejón"στα ισπανικά

01

σόκακι, διάδρομος

calle muy estrecha entre edificios 
el callejón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
callejones
Παραδείγματα
El gato corre por el callejón. 

Η γάτα τρέχει μέσα από το σοκάκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store