Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El callejón
01
σόκακι, διάδρομος
calle muy estrecha entre edificios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
callejones
Παραδείγματα
El gato corre por el callejón.
Η γάτα τρέχει μέσα από το σοκάκι.



























