Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gimnasio
01
γυμναστήριο, αθλητικός χώρος
lugar equipado con aparatos o espacio para hacer ejercicio físico, entrenar o practicar deportes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gimnasios
Παραδείγματα
Voy al gimnasio todos los días.
Πηγαίνω στο γυμναστήριο κάθε μέρα.



























