Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fábrica
01
εργοστάσιο, βιομηχανία
lugar donde se producen bienes o productos en grandes cantidades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fábricas
Παραδείγματα
La fábrica produce automóviles.
Το εργοστάσιο παράγει αυτοκίνητα.



























