el peine
pei
ˈpej
πεγ
ne
ne
νε
pene

Ορισμός και σημασία του "peine"στα ισπανικά

01

χτένα, χτένα

objeto con dientes que se usa para peinar el cabello 
el peine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
peines
Παραδείγματα
Perdí mi peine en la escuela. 

Έχασα το χτένι μου στο σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store