Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El monedero
01
κέρματοπούλα, πορτοφόλι για κέρματα
objeto pequeño para guardar monedas o dinero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monederos
Παραδείγματα
Guardó las monedas en el monedero.
Έβαλε τα νομίσματα στο πορτοφόλι.



























