el monedero
mo
mo
mo
ne
ne
ne
de
ˈðe
dhe
ro
ɾo
ro
señalerosonajeroheladerocamarero

Ορισμός και σημασία του "monedero"στα ισπανικά

01

κέρματοπούλα, πορτοφόλι για κέρματα

objeto pequeño para guardar monedas o dinero 
el monedero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
monederos
Παραδείγματα
Guardó las monedas en el monedero. 

Έβαλε τα νομίσματα στο πορτοφόλι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store