Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El compuesto químico
01
χημική ένωση, χημική ουσία
sustancia formada por la unión de dos o más elementos químicos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compuestos químicos
Παραδείγματα
El dióxido de carbono es un compuesto químico importante.
Το διοξείδιο του άνθρακα είναι ένα σημαντικό χημικό ένωμα.



























