el compuesto químico
Pronunciation
/kɔmpwˈesto kˈimiko/

Ορισμός και σημασία του "compuesto químico"στα ισπανικά

El compuesto químico
01

χημική ένωση, χημική ουσία

sustancia formada por la unión de dos o más elementos químicos
el compuesto químico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compuestos químicos
Παραδείγματα
El etanol es un compuesto químico utilizado como combustible.
Η αιθανόλη είναι ένα χημικό ενώσεως που χρησιμοποιείται ως καύσιμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store