Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El compuesto químico
01
χημική ένωση, χημική ουσία
sustancia formada por la unión de dos o más elementos químicos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
compuestos químicos
Παραδείγματα
El etanol es un compuesto químico utilizado como combustible.
Η αιθανόλη είναι ένα χημικό ενώσεως που χρησιμοποιείται ως καύσιμο.



























