el electrón
e
e
e
lec
lek
lek
trón
ˈtɾon
tron
elección

Ορισμός και σημασία του "electrón"στα ισπανικά

01

ηλεκτρόνιο

partícula subatómica con carga negativa que se encuentra alrededor del núcleo de un átomo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
electrones
Παραδείγματα
Un electrón tiene carga eléctrica negativa. 

Ένα ηλεκτρόνιο έχει αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store