el átomo
á
a
α
to
to
το
mo
mo
μο

Ορισμός και σημασία του "átomo"στα ισπανικά

01

άτομο, στοιχειώδες σωματίδιο

partícula más pequeña de un elemento que conserva sus propiedades 
el átomo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
átomos
Παραδείγματα
El átomo es la unidad básica de la materia. 

Το άτομο είναι η βασική μονάδα της ύλης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store