la orilla
o
o
o
ri
ˈɾi
ri
lla
ʎa
lia
vajillamesillavillapolilla

Ορισμός και σημασία του "orilla"στα ισπανικά

01

ακτή

la tierra que bordea un cuerpo de agua, como el mar, un lago o un río 
la orilla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
orillas
Παραδείγματα
Caminamos por la orilla de la playa al atardecer. 

Περπατήσαμε κατά μήκος της όχθης της παραλίας κατά τη δύση του ηλίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store