Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El filtro
01
φίλτρο, οπτικό φίλτρο
un accesorio de cristal o plástico que se coloca delante del objetivo para modificar la imagen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
filtros
Παραδείγματα
Quitó el filtro para obtener una imagen más nítida y natural.
Αφαίρεσε το φίλτρο για να αποκτήσει μια πιο καθαρή και φυσική εικόνα.



























