Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El laboratorio
01
εργαστήριο
lugar equipado para hacer experimentos científicos o análisis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
laboratorios
Παραδείγματα
El laboratorio está en el segundo piso.
Το εργαστήριο βρίσκεται στον δεύτερο όροφο.



























