Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El volumen
[gender: masculine]
01
όγκος, χώρος
espacio que ocupa un objeto en tres dimensiones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
volúmenes
Παραδείγματα
El volumen del líquido dentro del tanque es suficiente.
Ο όγκος του υγρού μέσα στη δεξαμενή είναι επαρκής.
02
ένταση
intensidad o fuerza con la que se oye un sonido
Παραδείγματα
Sube el volumen, quiero escuchar mejor la canción.
Ανέβασε την ένταση, θέλω να ακούσω καλύτερα το τραγούδι.



























