Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La altura
01
ύψος
distancia vertical de un objeto o punto respecto a una base o nivel de referencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
alturas
Παραδείγματα
La altura del edificio es impresionante.
Το ύψος του κτιρίου είναι εντυπωσιακό.



























