Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cuaderno
01
τετράδιο, σημειωματάριο
libro pequeño de hojas en blanco para escribir o tomar notas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuadernos
Παραδείγματα
El alumno escribió sus apuntes en el cuaderno.
Ο μαθητής έγραψε τις σημειώσεις του στο τετράδιο.
02
τετράδιο, σημειωματάριο
libro pequeño para hacer ejercicios o prácticas escolares
Παραδείγματα
El alumno hizo los ejercicios en el cuaderno de matemáticas.
Ο μαθητής έκανε τις ασκήσεις στο τετράδιο των μαθηματικών.



























