Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El título
01
τίτλος
nombre o denominación que se da a un libro, obra, premio, cargo o documento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
títulos
Παραδείγματα
El título del libro es muy interesante.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι πολύ ενδιαφέρων.
02
τίτλος, πρωτάθλημα
premio o distinción que se otorga a quien gana una competencia deportiva
Παραδείγματα
Ganó su primer título en el torneo regional.
Κέρδισε τον πρώτο του τίτλο στο περιφερειακό τουρνουά.
03
δίπλωμα, πτυχίο
certificación académica obtenida tras estudios
Παραδείγματα
Obtuvo un título en ingeniería.
Απέκτησε πτυχίο μηχανικού.



























