Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El periódico
[gender: masculine]
01
εφημερίδα
publicación que contiene noticias, artículos y anuncios, generalmente diaria o semanal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
periódicos
Παραδείγματα
El periódico informa sobre eventos deportivos.
Η εφημερίδα ενημερώνει για αθλητικά γεγονότα.
periódico
01
περιοδικός
que ocurre o se repite con regularidad en el tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
periódico
αρσενικό πληθυντικό
periódicos
θηλυκό ενικό
periódica
θηλυκό πληθυντικό
periódicas
Παραδείγματα
El ejercicio periódico ayuda a mantener la salud.
Η περιοδική άσκηση βοηθά στη διατήρηση της υγείας.



























